Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Ο ερχομός των Φράγκων --2--


Ο ερχομός των Φράγκων
Sir Steven Runciman,
«Μυστράς: Βυζαντινή πρωτεύουσα της Πελοποννήσου»
      





  H επιχείριση για την κατάληψη της Πελοποννήσου

              Η μικρή αποστολή ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1205. Αριθμούσε περίπου εκατό ιππότες και τετρακόσιους ή πεντακόσιους άλλους οπλίτες. Στράφηκε προς τον βορρά και καθώς περνούσε από την Κόρινθο, έναμέρος από το στρατό που πολιορκούσε τον Ακροκόρινθο αποχώρησε για να ενωθεί μαζί της. Στη συνέχεια βάδισε προς τη δύση, κατά μήκος της βόρειας ακτής της Πελοποννήσου, χωρίς να συναντήσει αντίσταση και τοποθετώντας μικρές φρουρές στις μεγαλύτερες πόλεις. Στην Πάτρα στράφηκε προς τα νότια περνώντας από την Ήλιδα. Η τοπική πρωτεύουσα, η Ανδραβίδα, δεν ήταν οχυρωμένη και οι εξέχοντες πολίτες καλωσόρισαν τους εισβολείς. Καθώς η αποστολή συνέχιζε την πορεία της, μόνο το κάστρο της Αρκαδίας, η σύγχρονη Κυπαρισσία, της πρόβαλε αντίσταση. Στρατεύματα έμειναν πίσω για να την πολιορκήσουν, ενώ ο Γουλιέλμος και ο Γοδεφρείδος εισέβαλαν στη Μεσσηνία. Ο άρχοντας της Μεθώνης κατέφυγε στους λόφους• και οι Φράγκοι κατέλαβαν τη Μεθώνη και την Κορώνη και στη συνέχεια, ακολουθώντας άκρη-άκρη τον κόλπο της Μεσσηνίας, έφθασαν στην Καλαμάτα. Η πόλη έπεσε αλλά το κάστρο τούς αντιστάθηκε.
               Η Καλαμάτα βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά του Ταϋγέτου από αυτήν όπου είναι η κοιλάδα της Σπάρτης• και ο Λέων Χαμάρετος της Λακεδαιμονίας, θορυβήθηκε σοβαρά. Έστειλε μηνύματα στους άρχοντες του Νυκλίου και της Βελιγοστής, των οποίων οι κτήσεις δέσποζαν στα βορινά ανοίγματα της κοιλάδας, που τη συνέδεαν με το κέντρο τηςΠελοποννήσου. Όλοι αυτοί επικαλέσθηκαν τη βοήθεια του μόνου Έλληνα ηγεμόνα που είχε απομείνει στην Ανατολική Ευρώπη, του Μιχαήλ Αγγέλου της Ηπείρου, από τον οποίο είχε επίσης ζητήσει βοήθεια και η φρουρά στην Αρκαδία.
        

Η  μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα

                  Ο Μιχαήλ ήταν πρόθυμος να επέμβει στην Πελοπόννησο. Ξεκίνησε αμέσως με μια ίλη ελαφρά οπλισμένων ιππέων. Οι Φράγκοι που πολιορκούσαν τον Ακροκόρινθο του επέτρεψαν να περάσει από τον Ισθμό ανενόχλητος. Στο κέντρο της χερσονήσου ενώθηκαν μαζί του άνδρες, πουείχαν επιστρατευθεί και συγκεντρωθεί από τους άρχοντες της Λακεδαιμονίας, του Νυκλίου και της Βελιγοστής. Ήταν επικεφαλής περίπου πέντε χιλιάδων ανδρών, όταν προέλασε στη Μεσσηνία για νασυναντήσει τους εισβολείς. Τους συνάντησε σε έναν ελαιώνα που τον αποκαλούσαν Κούντουρα.Ο Γουλιέλμος και ο Γοδεφρείδος είχαν μόνο κάπου εξακόσιους στρατιώτες• αλλά ήσαν όλοι επαγγελματίες, καλά εκπαιδευμένοι και καλά εξοπλισμένοι. Πολλοί άνδρες από την αρχική αποστολή είχαν παραμείνει να φρουρούν πόλεις που είχαν ήδη κατακτηθεί, αλλά φαίνεται ότι κάθε τόσο, μικρές ομάδες ανδρών, από τα αποσπάσματα που είχαν αναλάβει το ανιαρό καθήκον του αποκλεισμού των κάστρων του Σγουρού, προσχωρούσαν στην αποστολή τους. Υπήρχε επίσης ένας αριθμός Ελλήνων που ήσαν πρόθυμοι να δράσουν σαν οδηγοί και ανιχνευτές για λογαριασμό των Φράγκων. Αντίθετα, αυτοί που είχαν επιστρατευθεί απότους Έλληνες άρχοντες, ήσαν άνδρες ασυνήθιστοι στον πόλεμο και χωρίς ιδιαίτερη κλίση γι' αυτόν. Με την πρώτη έφοδο του βαριά εξοπλισμένου ιππικού των Φράγκων διασκορπίστηκαν. Πολλοί σκοτώθηκαν. Αυτοί πουεπέζησαν τράπηκαν σε φυγή• και το ελαφρά εξοπλισμένο ιππικό του Μιχαήλ δεν μπορούσε να τους ανασυντάξει. Σύντομα οι Έλληνες  άρχοντες κάλπαζαν πίσω στις πόλεις τους και ο δεσπότης και οι ιππείς του επέστρεφαν στην Ήπειρο, περνώντας από τον Ισθμό της Κορίνθου.
      

             Η νίκη χάρισε στον Γουλιέλμο Σαμπλίτ την κυριαρχία σε όλη την Πελοπόννησο. Πριν από το τέλος του 1205 έλαβε επιστολές από τον Πάπα, όπου τον προσφωνούσε «ηγεμόνα όλης της Αχαΐας». Η ονομασία «Αχαΐα», αν και τώρα χρησιμοποιείτο όπως ο «Μοριάς», περιλαμβάνοντας όλη την Πελοπόννησο, αρχικά κάλυπτε μόνο τα δυτικά τμήματα τηςχερσονήσου. Έτσι, την εποχή αυτή, ο τίτλος ήταν περισσότερο ακριβής απ' ότι ίσως ο Γουλιέλμος είχε αντιληφθεί. Έπρεπε ακόμη να υποτάξει τις ανατολικές περιοχές. Αλλά καθώς αυτές δεν μπορούσαν να τον βλάψουν, ακολούθησε τη συμβουλή του Γοδεφρείδου και δεν βάδισε εναντίον της Λακωνίας, εξασφαλίζοντας αντί γι' αυτό, την εξουσία του στα δυτικά. Το κάστρο της Αρκαδίας αναγκάστηκε να παραδοθεί από πείνα. Τότε αυτός επιτέθηκε στο κάστρο Αρακλόβου που δέσποζε στον καλλίτερο δρόμο προς το εσωτερικό οροπέδιο. Ο άρχοντάς του, ένας γιγαντόσωμος Έλληνας ονομαζόμενος  Δοξαπατρής, αρνήθηκε να το παραδώσει. Αλλά η φρουρά του ήταν ελάχιστη και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη βίαιηεπίθεση των Φράγκων. Ο Δοξαπατρής σκοτώθηκε• και η αγαπημένη του κόρη Μαρία, ρίχτηκε από το τείχος του κάστρου για να αποφύγει τις ερωτικές περιποιήσεις του κατακτητή.
       


  Οι κινήσεις των βενετών

         Την ίδια περίπου εποχή, ο Γοδεφρείδος   Βιλλαρδουΐνος κατέλαβε με έφοδο το κάστρο της Καλαμάτας. Ο Γουλιέλμος τού παραχώρησε την πόλη μαζί με ολόκληρη την περιοχή της Μεσσηνίας. Και ο Γοδεφρείδος εγκαταστάθηκε στην Καλαμάτα. Δεν τον άφησαν να χαρεί όλες του τις κτήσεις για πολύ καιρό.
           Οι Βενετοί, στους οποίους είχε παραχωρηθεί η Πελοπόννησος με τη συνθήκη διανομής, αποφάσισαν ότι τώρα που η επαρχία είχε κατακτηθεί από τους Φράγκους, είχε φθάσει η ώρα να διεκδικήσουν τα τμήματα εκείνα που θα τους ήσαν χρήσιμα. Το 1206, μια μοίρα του βενετικού στόλου αποβίβασε στρατεύματα στη Μεθώνη και την Κορώνη, εκδιώκοντας τη μικρή φρουρά του  Γοδεφρείδου. Τα οχυρωματικά έργα της Μεθώνης που αυτός είχε πρόσφατα κτίσει, καταστράφηκαν• αλλά η Κορώνη είχε εξελιχθεί σε ένα οχυρωμένο λιμάνι, από το οποίο τα βενετικά πλοία θα μπορούσαν να ανεφοδιαστούν με νερό και τρόφιμα, όταν ταξίδευαν μακρύτερα προς την ανατολή. Ο Γοδεφρείδος δεν διαμαρτυρήθηκε. Ίσως να σκέφθηκε ότι ενδεχομένως θα υπήρχαν πλεονεκτήματα από μια βενετική παρουσία στη χερσόνησο. Για να τον αποζημιώσει για την απώλειά του, ο Γουλιέλμος πρόσθεσε στο φέουδό του το κάστρο της Αρκαδίας. Το 1207 ο Γοδεφρείδος ένοιωθε πια αρκετά ασφαλής, ώστε να καλέσει τη γυναίκα του και τον γιο του από τη Γαλλία. Τον επόμενο χρόνο ένας δεύτερος γιος γεννήθηκε στην Καλαμάτα και βαπτίσθηκε με το όνομα Γουλιέλμος. Τον καιρό εκείνο ο Γοδεφρείδος ήταν άρχοντας της Αχαΐας.


   Ο    Γοδεφρείδος βαΐλος του Μοριά

       Στο τέλος του1208 ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ έμαθε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε πεθάνει χωρίς απογόνους στη Γαλλία. Για να εξασφαλίσει τα οικογενειακά κτήματα για τα νεαρά παιδιά του, ο Γουλιέλμος ήταν υποχρεωμένος, σαν ο πιο κοντινός κληρονόμος, να εμφανισθεί και να τα διεκδικήσει ο ίδιοςμέσα σε ένα χρόνο και μιαν ημέρα. Νωρίς το επόμενο έτος, κάλεσευποτελείς και συντρόφους του στην Ανδραβίδα που την είχε κάνει πρωτεύουσά του. Μια επιτροπή, αποτελούμενη από δυο επισκόπους, δύο ιππότες και τέσσερις Έλληνες νομομαθείς, χώρισε τη χερσόνησο σε τιμάρια συμπεριλαμβάνοντας και τις περιοχές που δεν είχαν ακόμη κατακτηθεί, υπολογίζοντας το μερίδιο κάθε ιππότη ανάλογα με τον αριθμό των ανθρώπων του και την ικανότητα να διοικεί και να υπερασπίζεται τα εδάφη του. Η Λακεδαιμονία, όμως, επρόκειτο να κρατηθεί για λογαριασμό του πρίγκιπα. Ο Γουλιέλμος ανέθεσε στον ανιψιότου, τον νόθο Ούγκο Σαμπλίτ, να ενεργεί στο διάστημα της απουσίας του σαν βαΐλος του ή αντιπρόσωπός του. Και στη συνέχεια ξεκίνησε για τη Γαλλία.              
           Ποτέ δεν έφθασε εκεί• πέθανε από πυρετό στην Απουλία, στηδιάρκεια του ταξιδιού. Ο  βαΐλος του επέζησε ελάχιστα μετά το θάνατό του. Χρειαζόταν ένας νέος βαΐλος. Καθώς ο Γοδεφρείδος διατηρούσε ένα ασύγκριτα μεγαλύτερο φέουδο από τους άλλους και ήταν γνωστό ότι είχε σχεδιάσει και οργανώσει τις κατακτητικές επιχειρήσεις και ότι ακόμη ήταν συμπαθής στους κατακτηθέντες Έλληνες, οι βαρόνοι τον εξέλεξαν χωρίς δισταγμό. Τον Μάρτιο του 1210, αφού περίμενε να περάσουν σύμφωνα με το έθιμο ο ένας χρόνος και η μια ημέρα χωρίς κανένα μέλος της οικογενείας του Σαμπλίτ να έρθει να διεκδικήσει την κληρονομιά, πήρε τον τίτλο του πρίγκιπα.
           Μια μεταγενέστερη παράδοση έλεγε για κάποιο Ροβέρτο Σαμπλίτ, που ξεκίνησε για την Ελλάδα εκπροσωπώντας την οικογένεια, αλλά που τον καθυστερούσαν σε κάθε στάδιο του ταξιδιού κατά τέτοιο μεγαλοφυή τρόπο οι μηχανορραφίες του Γοδεφρείδου, ώστε έφθασε στην Ανδραβίδα ίσα-ίσα όταν ήταν πια πολύ αργά για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Αλλά η ιστορία αυτή είναι γεμάτη αντιφάσεις και ανακρίβειες. Πιθανώς ο Ροβέρτος δεν υπήρξε ποτέ. Τα μόνα μέλη της οικογενείας που είχαν επιζήσει, ήσαν δυο μικρά παιδιά που θα ήσαν ευτυχισμένα παραμένοντας στην Καμπανία.
   
 

Το οικόσημο των Βιλλαρδουίνων



 Στη Λακεδαιμονία
        
          Η πρώτη ενέργεια του Γοδεφρείδου σαν βάιλου ήταν να επικυρώσει την κυριαρχία των βαρόνων της Αχαΐας στα φέουδά τους. Στη συνέχεια ξεκίνησε για την κατάληψη των τμημάτων της χερσονήσου που δεν είχαν κατακτηθεί. Πρώτα προέλασε στη Βελιγοστή, που παραδόθηκε χωρίς μάχη και κατόπιν  στο Νύκλι, που ήταν πολύ καλλίτερα οχυρωμένο. Εκεί, η φρουρά πολέμησε σκληρά για μια εβδομάδα, προτού παραδοθεί. Τώρα πια ο δρόμος του ήταν ανοικτός προς την πεδιάδα της Σπάρτης.
          Ο Λέων Χαμάρετος από πολύ καιρό περίμενε την επίθεση. Τα τείχη τηςΛακεδαιμονίας ήσαν σε καλή κατάσταση• αλλά οι Λακεδαιμόνιοι αμύνονταν χωρίς ζήλο και αυτός ήξερε ότι κανείς δεν θα ερχόταν να τον σώσει. Μετά από πέντε ημέρες αντίστασης παρέδωσε την πόλη στοΓοδεφρείδο και του επιτράπηκε να αποτραβηχτεί σε ένα εξοχικό κτήμα. Η κοιλάδα της Σπάρτης ήταν στη πιο ωραία της εποχή, στην αρχή της άνοιξης. Και ο Γοδεφρείδος μαγεύτηκε από αυτήν. Έκτισε ένα παλάτι στις όχθες του Ευρώτα - πιθανώς έξω από τα τείχη της πόλης, αλλά δεν έχει απομείνει ούτε ίχνος από αυτό. Ήταν ο αγαπημένος του τόπος  διαμονής.Η Ανδραβίδα παρέμεινε η διοικητική πρωτεύουσα της ηγεμονίας και τοΝύκλι, εξ αιτίας της κεντρικής θέσης του, αποτέλεσε πρόσφορο τόπο για έκτακτες συνελεύσεις των βαρόνων. Αλλά στη Λακεδαιμονία, LaCremonie όπως την αποκαλούσαν, οι Βιλλαρδουΐνοι έφτιαξαν το σπιτικό τους. Το υπόλοιπο τμήμα της Λακωνίας γρήγορα καταλήφθηκε• και τα κάστρα γύρω από την κοιλάδα, το Νύκλι στο βορρά, το Γεράκι στην ανατολή και οΠασσαβάς στη Μάνη, παραχωρήθηκαν σε έμπιστους υποτελείς. Αλλά οΓοδεφρείδος κράτησε την κοιλάδα σαν πριγκιπική ιδιοκτησία
           Οι άγριες φυλές που κατοικούσαν στα γειτονικά βουνά, οι Μηλιγγοί στον Ταΰγετο, οι Τσάκωνες στον Πάρνωνα και οι Μανιάτες στα νότια, είχαν εξαναγκασθεί σε μια κατ' όνομα υποταγή στον πρίγκιπα, αν και κανείς από τους αξιωματούχους του δεν θα διακινδύνευε να εισχωρήσει στα εδάφη τους χωρίς μια καλά εξοπλισμένη συνοδεία. Οι μόνες κτήσεις που είχαν παραμείνει στους Έλληνες στην Πελοπόννησο ήταν, τώρα πια, το κάστρο της Μονεμβασίας, πάνω στο μεγάλο του βράχο που προεξέχει προχωρώντας μέσα στη θάλασσα σε απόσταση από τη νοτιοανατολική ακτή και τα τρία κατάλοιπα της κυριαρχίας του Λέοντα του Σγουρού, τα κάστρα της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου. Η Μονεμβασία κυβερνιόταν από τρεις κληρονομικούς άρχοντες• και οι πολίτες της πλούτιζαν από την πειρατεία, που από πατριωτισμό στρεφόταν ενάντια στα πλοία των Φράγκων. Και τα τρία ήσαν αποκλεισμένα από το 1205.Αλλά ο αποκλεισμός ήταν μια ανιαρή αποστολή. Δεν ήταν να απορεί κανείς που πολλοί από τους στρατιώτες έφευγαν για να ενωθούν με τις δυνάμεις του πρίγκιπα της Αχαΐας. Αλλά, αν και οι πολιορκητές δεν μπορούσαν να εμποδίσουν εφόδια και ακόμη και άνδρες να φθάσουν στα πολιορκούμενα φρούρια, οι μικρές φρουρές ήσαν πάρα πολύ μικρές ώστε να επιχειρήσουν οποιαδήποτε έξοδο.
       

  Ολοκλήρωση της κατάκτησης  
          
          Μέχρι το 1213 ο Γοδεφρείδος ήταν κύριος όλης της Πελοποννήσου, με εξαίρεση τη μικρή βενετική επαρχία, λίγα άγρια ορεινά λαγκάδια και τη Μονεμβασία. Με τη βοήθεια του Όθωνα Ντε λα Ρος  είχε υποτάξει τον Ακροκόρινθο, το κάστρο του Άργους και με τη βοήεια του βενετικού στόλου το κάστρο  του Ναυπλίου. Αναγνώρισε την κυριαρχία της Βενετίας  στην Κορώνη και στη Μεθώνη και στη νοτιοδυτική άκρη της Πελοποννήσου στα βόρεια μέχρι τον κόλπο της Πύλου. Δήλωσε υποτέλεια στη Δημοκρατία για όλη την Πελοπόννησο, αλλά «με την επιφύλαξη της αφοσίωσής του προς τον κύριό του, τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας». Σαν δείγμα της αφοσίωσής του θα έπρεπε να στέλνει κάθε χρόνο τρία μεταξωτά υφάσματα στη Βενετία, ένα για το Δόγη και δύο για την εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Θα συμπλήρωνε την κατάκτηση της Λακωνίας και θα παραχωρούσε το ένα τέταρτο από αυτή στη Δημοκρατία, ρήτρα που ποτέ δεν εκπληρώθηκε• και ούτε εκπλήρωσε τη ρήτρα που πρόβλεπε ότι σαν πολίτες της Δημοκρατίας ,αυτός και οι κληρονόμοι του θα έπρεπε να διατηρούν κατοικία στη Βενετία. Τέλος, οι Βενετοί έμποροι θα είχαν το δικαίωμα να ασκούν ελεύθερα το εμπόριο από τη μια στην άλλη άκρη του Πριγκιπάτου.


Η διοίκηση του πριγκιπάτού της  Αχαΐας - Η κοινωνική διαστρωμάτωση
          

           Η διπλή του υποταγή, στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και τη Δημοκρατία της Βενετίας δεν αποτελούσε βάρος γι' αυτόν. Πραγματικά, το αυστηρό φεουδαρχικό πολίτευμα του Πριγκιπάτου του επέβαλε μεγαλύτερους  περιορισμούς. Σαν ηγεμόνας ήταν αρχιστράτηγος και μπορούσε να απαιτήσει από τους υποτελείς του να τον ακολουθήσουν στις εκστρατείες του. Μπορούσε να τους απαγορεύσει να εγκαταλείψουν τη χώρα. Μπορούσε να ελέγχει τους γάμους των γυναικών που είχαν κληρονομικά δικαιώματα. Μπορούσε να παραχωρεί ξανά τιμάρια που χήρευαν. Αλλά υπαγόταν στην εξουσία της Κούρτης. Αυτή την αποτελούσαν οι πιο σπουδαίοι υποτελείς (λίζιοι), ο αρχιεπίσκοπος των Πατρών και οι επίσκοποί του και οι τοπικοί άρχοντες των τριών μεγάλων ιπποτικών ταγμάτων, των Ναϊτών, των Ιωαννιτών και των ιπποτών του Τευτονικού τάγματος, που όλοι τους είχαν τιμάρια στο Πριγκιπάτο. Χωρίς την άδεια της Κούρτης, ο ηγεμόνας δεν μπορούσε να τιμωρήσει  κανέναν υποτελή του που του είχε δείξει ανυπακοή• και παρ' όλο που ήταν Πρόεδρος της Κούρτης, μπορούσε να διωχθεί από αυτήν. Ήταν υπεύθυνος για τη γενική διοίκηση. Αλλά για να λάβει αποφάσεις σχετικά με την πολιτική και ειδικά την εξωτερική πολιτική, χρειαζόταν την έγκριση της Κούρτης.
            Την εποχή αυτή υπήρχαν δώδεκα ευρύτερα φέουδα, (βαρονίες) δύο από τα οποία, την Αρκαδία και την Καλαμάτα, έλεγχε ο ίδιος ο Γοδεφρείδος, ενώ ο αρχιεπίσκοπος των Πατρών είχε έξι βοηθούς επισκόπους. Έτσι, η Κούρτη αριθμούσε είκοσι πρόσωπα χωρίς να συμπεριληφθεί σε αυτά ο πρίγκιπας. Μετά από αυτούς τους βαρόνους ακολουθούσαν, όσον αφορά την ιεραρχία, υποτελείς με μικρότερη σπουδαιότητα που οι σχέσεις τους προς το βαρόνο ήσαν όμοιες με αυτές του βαρόνου προς τον πρίγκιπα. Μεταξύ αυτών ήσαν οι Έλληνες άρχοντες που τους είχε επιτραπεί να κρατήσουν τα κτήματά τους. Αυτοί, στην πραγματικότητα, αποτελούσαν μια ξεχωριστή τάξη, περιφρονημένοι από τους Φράγκους γείτονές τους. Τα μέλη της όμως συχνά τα χρησιμοποιούσαν ο πρίγκιπας και οι σπουδαιότεροι υποτελείς του, όταν είχαν να κάνουν με τοπικά προβλήματα.
            Τις πόλεις διοικούσαν τοπικά συμβούλια, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του πρίγκιπα ή του τοπικού άρχοντα. Στη βάση της κλίμακας ήσαν οι χωρικοί. Κάτω από την εξουσία των  προηγούμενων Ελλήνων κυρίων τους είχαν γίνει ένα με τη γη. Τώρα, η θέση τους ως δουλοπάροικων είχε νομιμοποιηθεί. Δεν είχαν δικαίωμα ούτε και στα πενιχρά προσωπικά τους υπάρχοντα. Το προϊόν του μόχθου τους, εκτός από αυτά που χρειάζονταν για τη φτωχική τους διαβίωση, πήγαινε στον άρχοντα. Μπορούσαν να μεταβιβασθούν από άρχοντα σε άρχοντα. Μια ελεύθερη κοπέλα που παντρευόταν έναν δουλοπάροικο, γινόταν δουλοπάροικος και αυτή. Αλλά η κόρη ενός δουλοπάροικου που με την άδεια του άρχοντα παντρευόταν ένα ελεύθερο άνδρα κέρδιζε με τον τρόπο αυτό την ελευθερία της.
            Όπως συχνά συμβαίνει σε μια χώρα που ιδρύει αποικίες, αυτοί που ήσαν στην κορυφή της ιεραρχίας ήσαν καλοπροαίρετοι και διακριτικοί  απέναντι στους αυτόχθονες υπηκόους τους. Οι εισβολείς που προέρχονταν από λιγότερο σπουδαία τάξη ήσαν εκείνοι που φέρονταν με περιφρόνηση και υπεροψία στους Έλληνες. Αλλά υπήρχαν επαφές που δεν ήσαν δυνατό να αποφευχθούν.
           Οι εισβολείς είχαν έρθει χωρίς τις γυναίκες τους• και μόνον οι πιο ευκατάστατοι από αυτούς μπορούσαν να διαθέσουν τα μέσα για να καλέσουν τις γυναίκες τους να έρθουν από τη Δύση. Οι πιο φτωχοί Φράγκοι στρατιώτες, ακόμη και πολλοί από τους ιππότες, έπρεπε να αναζητήσουν τις γυναίκες τους μεταξύ των Ελληνίδων. Αυτό οδήγησεστην εμφάνιση ενός πληθυσμού μιγάδων που τους αποκαλούσαν γασμούλους. Τα παιδιά των ιπποτών και των σεργέντων συνήθως ταύτιζαν τους εαυτούς τους με το σόι των πατεράδων τους, μιλώντας γαλλικά και προσχωρώντας στη Λατινική Εκκλησία. Τα παιδιά φτωχότερων στρατιωτών συνήθιζαν περισσότερο να μιλούν ελληνικά και να ακολουθούν τη θρησκεία της μητέρας τους. Αλλά οι περισσότεροι από αυτούς κληρονομούσαν την αγάπη του πατέρα τους για τον πόλεμο.Άρχισαν να σχηματίζουν μεταξύ των Ελλήνων ένα φιλοπόλεμο στοιχείο,στο οποίο οι Φράγκοι άρχοντες δεν μπορούσαν ολότελα να βασισθούν.
            Στην πραγματικότητα, η θρησκεία ήταν εκείνη που προκάλεσε την κοινωνική διάσπαση. Οι δυτικοί κληρικοί που ήρθαν μαζί με τους κατακτητές ήσαν αποφασισμένοι να  εκλατινίσουν ολόκληρη την  Εκκλησία.Οι Έλληνες ορθόδοξοι επίσκοποι οδηγήθηκαν στην εξορία και στους καθεδρικούς ναούς τους γινόταν η Θεία Λειτουργία ακολουθώντας ένα περίεργο τυπικό σε μια ξένη γλώσσα. Ακόμη και τα μοναστήρια τα ανέλαβαν αυτοί και όλα τα εκκλησιαστικά κτήματα πέρασαν σε χέρια Λατίνων. Κυρίως χάρις στον πρίγκιπα Γοδεφρείδο, άφησαν τον ενοριακόι ερέα σε σχετική ησυχία. Αυτός μπορούσε να κάνει τη λειτουργία κατά τον παραδοσιακό τρόπο και ήταν απαλλαγμένος από κάθε φορολογία. Αλλά εικονικά υπαγόταν σε κάποιο Λατίνο ιερωμένο που ήταν ιεραρχικά ανώτερος. Δεν μπορούσε πια να ζητήσει πνευματική συμβουλή από ένα επίσκοπο της δικής του πίστης, ούτε να ανανεώσει τις γνώσεις του ως προς τα ιερά βιβλία της τοπικής μοναστηριακής βιβλιοθήκης. Αποστερημένη από τους αρχηγούς της, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα άρχισε να χάνει τα πνευματικά της πρότυπα. Αλλά ποτέ δεν έχασετην αφοσίωση του λαού.             
       


Ο Γοδεφρείδος και η Λακεδαιμονία

           Σε αυτή την πολύπλοκη κοινωνία, η Λακεδαιμονία διατηρούσε μια ξεχωριστή θέση. Οι Βιλλαρδουίνοι θεωρούσαν την κοιλάδα της Σπάρτης σαν προσωπική τους περιουσία, διαφορετική απ' ότι τα εδάφη τους στην Καλαμάτα και την Αρκαδία, που ήσαν φέουδα του Πριγκιπάτου. Αν και ο Γοδεφρείδος είχε εγκαταστήσει υποτελείς στα κάστρα που περιέβαλλαν την κοιλάδα, φαίνεται πως είχε αποθαρρύνει τους Φράγκους να εγκατασταθούν σ' αυτή την ίδια την κοιλάδα. Περνούσε εκεί όσο περισσότερο καιρό μπορούσε. Το σπιτικό του ήταν γεμάτο από Έλληνες υπαλλήλους και υπηρέτες που απολάμβαναν την καλοσύνη του και που τους προστάτευε από την αυθάδεια των Φράγκων. Η συχνή παρουσία της αυλής του στην πόλη, της προσέδωσε νέα ζωή. Τα εμπορικά άρχισαν να ακμάζουν. Οι μαγαζάτορες βρήκαν πλούσιους πελάτες στο περιβάλλον του πρίγκιπα και ανάμεσα στους άρχοντες που έρχονταν να του υποβάλουν τα σέβη τους. Η ζωή δεν ήταν πάρα πολύ σκληρή για τους χωρικούς που ζούσαν στα εύφορα πριγκιπικά κτήματα στην κοιλάδα. Αλλά δεν μπορούσε να υπάρχει απόλυτη ικανοποίηση. Ο πρίγκιπας Γοδεφρείδος, παρ' όλη την καλοπροαίρετη στάση του απέναντι στους Έλληνες, ήταν αφοσιωμένο τέκνο της Λατινικής Εκκλησίας. Δεν μπορούσε να αρνηθεί σε ένα Λατίνο επίσκοπο να αναλάβει την Επισκοπή. Ο ορθόδοξος επίσκοπος υποχρεωνόταν να φύγει και οι Λατίνοι ιερείς βάδιζαν αγέρωχα μέσα   στους  δρόμους της πόλης προκαλώντας πικρία και εχθρότητα. Παρ' όλα αυτά, οι Έλληνες υπήκοοι του Γοδεφρείδου  είχαν συνείδηση της καλής του διάθεσης. Ήταν σχεδόν τόσο δημοφιλής μεταξύ τους όσο και μεταξύ των Φράγκων ιπποτών που τους είχε οδηγήσει στη νίκη. Όταν πέθανε, το1218, το πένθος ήταν βαθύ και ανυπόκριτο από τη μια άκρη τηςΠελοποννήσου ως την άλλη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου